Η έννοια του “δήμου” στην αρχαία Αθήνα

Όταν ένας Αθηναίος πολίτης με δημοκρατικά φρονήματα χρησιμοποιούσε τον όρο δήμος, δεν αναφερόταν στο δημοκρατικό πολίτευμα, αλλά στο σύνολο των πολιτών και στο θεσμοθετημένο όργανο της Εκκλησίας του Δήμου.

Η Πνύκα στην Ακρόπολη (Εκκλησία του Δήμου)

Ο Αθηναίος πολίτης δεν αντιλαμβανόταν τον δήμο σαν μια κοινωνική οντότητα με ταξικούς διαχωρισμούς. Αντιθέτως, η ανώτερη τάξη των αριστοκρατών που τασσόταν υπέρ ενός ολιγαρχικού πολιτεύματος, θεωρούσε τον δήμο ως το κοινωνικό στρώμα που συμπεριλάμβανε τους φτωχούς, τους εμπόρους και μικρομεσαίους επαγγελματίες, τους εργάτες και τους άνεργους, που ήταν η πλειοψηφία των πολιτών. Έβλεπαν ανταγωνιστικά αυτόν τον όχλο, διότι υπερτερούσε αριθμητικά τόσο στη νομοθετική όσο και στη δικαστική εξουσία.

Ο όρος δήμος σημειολογικά παρέπεμπε στην Εκκλησία του Δήμου. Ωστόσο οι δύο έννοιες δεν ήταν συνώνυμες. Η Εκκλησία του Δήμου αναφερόταν στον θεσμό και τις λειτουργίες του, όπως και στον χώρο που λάμβαναν χώρα οι λαϊκές συνελεύσεις. Ήταν πάντα ο δήμος όμως που νομοθετούσε ή ψήφιζε δια της ανατάσεως του χεριού, οι πολίτες, ποτέ η Εκκλησία του Δήμου. Επιπλέον ο όρος δήμος δεν χρησιμοποιούνταν για να χαρακτηρίσει τα άτομα που συμμετείχαν στις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Οι συμμετέχοντες ονομάζονταν εκκλησιαστές.

Η Εκκλησία του Δήμου και τα Λαϊκά Δικαστήρια της Ηλιαίας ήταν ξεχωριστά σώματα με διακριτούς ρόλους, αλλά ήταν και τα δύο όργανα έκφρασης της βούλησης του δήμου, με την Εκκλησία του Δήμου να είχε σαφώς τον πρώτο λόγο. Είναι ανακριβής ο ισχυρισμός ορισμένων μελετητών, ότι υπήρχε ταυτότητα μεταξύ των δύο. Όσοι τον αναφέρουν, στηρίζουν την επιχειρηματολογία τους στο γεγονός ότι εκκλησιαστές και ηλιαστές (δικαστές) ήταν οι ίδιοι άνδρες. Δεν αληθεύει όμως. Στην Εκκλησία του Δήμου δικαίωμα συμμετοχής είχαν όλοι οι πολίτες άνω των 20 ετών, δηλαδή περίπου 30 χιλιάδες Αθηναίοι. Οι δικαστές στην Ηλιαία ήταν κάθε χρόνο 6.000 και επιλέγονταν με κλήρωση. Έπρεπε να είναι άνω των 30 ετών, κριτήριο που αντιστοιχούσε πληθυσμιακά σε 20 χιλιάδες Αθηναίους. Τουτέστιν, μόνο τα 2/3 των πολιτών είχαν δικαίωμα συμμετοχής καί στα δύο σώματα. Ο λόγος που είχε τεθεί το ηλικιακό κριτήριο είναι προφανής. Στην αρχαία Αθήνα επικρατούσε η άποψη ότι ο άνθρωπος αναπτύσσει τη σοφία και τη λογική με την πάροδο του χρόνου. Οι νέοι θεωρούνταν ότι λειτουργούν παρορμητικά και ότι ήταν επιρρεπείς στην απερίσκεπτη επιθυμία τους για πολέμους και επαναστάσεις. Δεν είναι τυχαίο, ότι οι λέξεις νεοτερίζειν και νεοτερισμός ήταν ιδιωματικοί αττικοί όροι για την “υποκίνηση επανάστασης” και την “επανάσταση” αντίστοιχα.

Άλλη μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ εκκλησιαστών και ηλιαστών, ήταν το γεγονός ότι οι δεύτεροι έδιναν κάθε χρόνο με την εκλογή τους τον ηλιαστικό όρκο, τον οποίο τιμούσαν με μεγάλη ευλάβεια και τον θεωρούσαν ιερό. Στην Εκκλησία του Δήμου οι συμμετέχοντες δεν έδιναν κάποιον όρκο. Επίσης στην Εκκλησία του Δήμου η ψήφος δινόταν με την ανάταση του χεριού, ενώ στην Ηλιαία με μυστική ψηφοφορία σε κάλπη. Έτσι, υπήρχε η δυνατότητα άσκησης πιέσεων για να χειραγωγηθούν οι εκκλησιαστές, ενώ στα δικαστήρια η μέθοδος της ψηφοφορίας διασφάλιζε ότι οι πολίτες θα τύχουν μιας δίκαιης αντιμετώπισης. Ο Θουκυδίδης αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι το 415 π.Χ. πολλοί εκκλησιαστές φοβήθηκαν να φανερώσουν την αντίθεσή τους στη Σικελική εκστρατεία.

Όλοι οι πολίτες που συμμετείχαν στα κοινά και ήταν υποχρεωμένοι να αφήσουν την εργασία τους, λάμβαναν χρηματική αποζημίωση.

Τον 5ο αιώνα οι Αθηναίοι θεωρούσαν ότι η νομοθετική εξουσία του Δήμου ήταν υπεράνω της δικαστικής. “Ἁπάντων γὰϱ αὐτὸς αὑτὸν πεπoίηϰεν ὁ δῆμoς ϰύϱιoν, ϰαὶ πάντα διoιϰεῖται ψηφίσμασιν ϰαὶ διϰαστηϱίoις, ἐν oἷς ὁ δῆμος ἐστιν ὁ ϰϱατῶν” (Αριστοτέλης, Πολιτικά, 41.2). Τον 4ο αιώνα όμως η δικαστική εξουσία παίρνει το πάνω χέρι και οι δικαστές αναφέρονται ως οι “κύριοι πάντων”.

Ο χώρος στην Αρχαία Αγορά που γίνονταν τα Λαϊκά Δικαστήρια της Ηλιαίας

Κλείνοντας, είναι σαφές ότι στην άμεση δημοκρατία όπως λειτούργησε στην αρχαία Αθήνα, λήφθηκαν και ορισμένες λανθασμένες αποφάσεις λόγω ψυχολογικής πίεσης, πολιτικών επιρροών και κακής ενημέρωσης. Ενίοτε, υπήρξαν φαινόμενα χειραγώγησης και εσκεμμένης παραπληροφόρησης του πλήθους. Η συντριπτική πλειοψηφία όμως των νομοθετημάτων ή των δικαστικών ετυμηγοριών που ψηφίζονταν καθημερινά, λαμβάνονταν με γνώμονα ένα αίσθημα ευθύνης και προσήλωσης στην απονομή δικαιοσύνης που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Τα θεσμοθετημένα συλλογικά όργανα της αθηναϊκής πόλης-κράτους έδιναν τη δυνατότητα στον πολίτη που συμμετείχε στα κοινά να ασχοληθεί ενεργά με τα προβλήματα που τον απασχολούσαν σε προσωπικό επίπεδο, και ταυτόχρονα να υπηρετήσει ανιδιοτελώς το κοινό συμφέρον. Εξ ου και η τεράστιας σημασίας παρακαταθήκη που άφησαν για όλη την ανθρωπότητα. Η άμεση δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα παραμένει φάρος στην πολιτική, και δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν οι μελλοντικές γενεές ώστε να επιτευχθεί η περίφημη ευδαιμονία του Πλάτωνα.

Αφήστε μια απάντηση

Please enter your comment!
Please enter your name here