Η Εκκλησία του Δήμου

Η αθηναϊκή λαϊκή συνέλευση λεγόταν Εκκλησία του Δήμου και καθιερώθηκε από τον Σόλωνα το 594 π.Χ..

Μακέτα της Εκκλησίας του Δήμου

Η Εκκλησία του Δήμου λάμβανε χώρα στο λόφο της Πνύκας και την απάρτιζαν όσοι πολίτες είχαν συμπληρώσει το 20ο έτος της ηλικίας τους, εφόσον δεν τους είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα να συμμετέχουν (δεν είχαν καταδικαστεί – ατιμία), και ονομάζονταν Εκκλησιαστές. Την ιδιότητα του πολίτη (γεννημένοι στην Αθήνα) την είχαν όσων οι γονείς ήταν και αυτοί πολίτες, ενώ είχαν αποκλειστεί από τη συμμετοχή τους στην Εκκλησία του Δήμου οι δούλοι, οι μέτοικοι και οι γυναίκες. Στην πραγματικότητα, μόνο το 10-20% του πληθυσμού συμμετείχε. Τον 5ο αιώνα, πριν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο οι ενήλικοι άνδρες πολίτες αριθμούσαν περί τις 60.000, και 30.000 κατά τον 4ο αιώνα ως αποτέλεσμα των απωλειών στις μάχες. Ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της Αθήνας, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των ανηλίκων, ήταν τουλάχιστον 160.000 (συν 25.000 μέτοικοι και 200.000 δούλοι).

Το όνομα του Θεμιστοκλή χαραγμένο για τον εξοστρακισμό του

Μια ομάδα σκλάβων, οι Σκύθες, που είχαν το ρόλο της τήρησης της τάξης (ροπαλοφόροι), κουβαλούσαν σχοινιά που είχαν βυθιστεί σε κόκκινο χρώμα και τριγύριζαν την πόλη τις ημέρες των συνελεύσεων, μαστιγώνοντας όσους πολίτες δεν είχαν πάει στη συνέλευση. Όσοι έφεραν λεκέδες από το μαστίγωμα στα ρούχα τους, αισθάνονταν μεγάλη ντροπή (αιδώς) και δεν μπορούσαν να εκτελέσουν καμία δουλειά έως ότου επισκέπτονταν τους χώρους συνεδρίασης της Εκκλησίας του Δήμου. Η μη συμμετοχή στα κοινά θεωρούνταν ένδειξη δυσλειτουργίας του κράτους: “τὸ δ’ ἡσυχάζειν μὴ μετέχοντα τὸν δῆμον οὐδὲν σημεῖον τοῦ τετάχθαι καλῶς” (Αριστοτέλης, Πολιτικά ΙΙ). Την περίοδο μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο θεσπίστηκε η μισθοδοσία για τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου. Έτσι μπορούσαν να συμμετέχουν καί οι φτωχοί, χωρίς να χάνουν εισόδημα από τον χρόνο που θα έπρεπε να μείνουν μακριά από την εργασία τους. Τους δίνονταν χάλκινα συμβολικά κέρματα κατά την είσοδό τους στη συνέλευση, τα οποία εξαργύρωναν κατά την έξοδό τους. Αρχικά έπαιρναν ως αποζημίωση 1 οβολό, αργυρό νόμισμα αξίας 1/6 μιας δραχμής, ενώ μετέπειτα το ποσό αυτό αυξήθηκε σε 3 οβολούς (η αγορά ενός προβάτου κόστιζε 10-20 δραχμές).

Λειτουργία-διαδικαστικά

Το όνομα του Αριστείδη χαραγμένο για τον εξοστρακισμό του

Στην Εκκλησία του Δήμου προέδρευαν οι πρυτάνεις και ο επιστάτης. Τους βοηθούσαν ο γραμματέας της Βουλής και ένας κήρυκας. Οι κήρυκες είχαν ωραία ηχηρή φωνή που ανάμεσα στα καθήκοντά τους ήταν να γυρίζουν στους δρόμους για να διακηρύττουν τις αποφάσεις και να προσκαλούν τους πολίτες την ορισμένη μέρα της λαϊκής συνέλευσης. Κρατούσαν το κηρύκειο, ένα ραβδί-σύμβολο, που όταν το επιδείκνυαν, τους σέβονταν όλοι και κανένας δεν τολμούσε να τους βλάψει ή να τους προσβάλει. Το κηρύκειο παρίστανε δύο φίδια αντιμέτωπα.

Οι εργασίες άρχιζαν νωρίς το πρωί και τελείωναν με τη δύση του ηλίου. Όσα ζητήματα δεν τελεσφορούσαν σε κάποιο ψήφισμα λόγω χρόνου, η συζήτησή τους συνεχιζόταν στην επόμενη προγραμματισμένη συνέλευση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν το θέμα ήταν υψίστης σημασίας, συμφωνούσαν να συγκαλέσουν έκτακτη συνεδρία. Κάθε συνέλευση ξεκινούσε με τις απαραίτητες επικλήσεις στους θεούς και τη θυσία ενός ζώου, ενώ δεν έλειπε και μια κατάρα για όσους μηχανεύονταν την εξαπάτηση των συμπολιτών τους [Αριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσες 295-371, (411π.Χ.)]. Έπειτα ο κήρυκας διάβαζε την ημερήσια διάταξη και καλούσε όσους επιθυμούσαν να μιλήσουν να το δηλώσουν. Όποιος έπαιρνε το λόγο, ανέβαινε στο βήμα τοποθετώντας στο κεφάλι του ένα στεφάνι μυρτιάς και μπορούσε να εκφραστεί ελεύθερα. Ο αγορητής δεν επιτρεπόταν να διακοπεί. Μόνο ο επιστάτης των Πρυτάνεων τον εγκαλούσε στην τάξη όταν υπερέβαινε το χρόνο, όταν ήταν εκτός θέματος ή όταν χυδαιολογούσε και ύβριζε.  Οι ψηφοφορίες γινόντουσαν με την ανάταση του χεριού. Η Εκκλησία συνερχόταν σε 4 τακτές συνεδριάσεις στη διάρκεια κάθε πρυτανείας, άρα 40 φορές το χρόνο. Η πρώτη από τις 4 συνεδριάσεις κάθε πρυτανείας λεγόταν κύρια Εκκλησία. Οι έκτακτες συνεδριάσεις ονομάζονταν σύγκλητοι.

Το βήμα που στεκόταν ο αγορητής (Πνύκα)

Τα θέματα που παρουσιάζονταν προς συζήτηση και ψήφιση, επιδίδονταν όλα ως προβουλεύματα από τη Βουλή των 500. Παρόλα αυτά, κάθε πολίτης ήταν ελεύθερος να καταθέσει μία δική του πρόταση, με την προϋπόθεση να την έχει κοινοποιήσει 5 μέρες πριν τη συνεδρία (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 45.4). Το προεδρείο την έθετε σε ψηφοφορία, και οι εκκλησιαστές την ενέκριναν ή την απέρριπταν. Σε περίπτωση υπερψήφισης, η πρόταση στελνόταν στη Βουλή των 500, για να αξιολογηθεί και να επανέλθει σε νέα συνεδρία της Εκκλησίας του Δήμου ως προβούλευμα.

Τα προβουλεύματα έθεταν συνήθως τα γενικά πλαίσια. Οι εκκλησιαστές ήταν αυτοί που διαμόρφωναν τις επιμέρους διατάξεις τους και καθόριζαν τις λεπτομέρειες.

Οι αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου ήταν αμετάκλητες.

Αρμοδιότητες

Η Εκκλησία του Δήμου:

  • Κήρυσσε πόλεμοσύναπτε ειρήνη (κύρια Εκκλησία)
  • Αποφάσιζε τη δημιουργία συμμαχιών (κύρια Εκκλησία)
  • Ασκούσε τη νομοθετική εξουσία (σε συνεργασία με τη βουλή, προβουλεύματα)
  •  Απένεμε την ιδιότητα του πολίτη σε ξένους
  •  Επέβαλλε την ποινή της εξορίας
  •  Καταδίκαζε σε θάνατο
  • Αποφάσιζε τη δήμευση περιουσιών
  • Διόριζε τους άρχοντες και τους καλούσε να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους (κύρια Εκκλησία)
  • Συνέλεγε φόρους δασμούς
  • Αποφάσιζε την ανέγερση ναών και κτιρίων
  • Αξιολογούσε τα αποθέματα τροφίμων και τον οχυρωματικό σχεδιασμό της πόλης (κύρια εκκλησία)
  • Υποδεχόταν, μετά από την υποβολή διαπιστευτηρίων στη Βουλή των 500, τις ξένες αντιπροσωπείες για ακρόαση, και λάμβανε την απόφαση για αποστολή πρεσβευτών σε ξένα κράτη
  • Διόριζε και έλεγχε τους Στρατηγούς, και αποφάσιζε τον όγκο του στρατεύματος που θα συμμετάσχει σε μια μάχη
  • Διεξήγαγε τον εξοστρακισμό (κατά τη διάρκεια της 6ης πρυτανείας στη Βουλή των 500)
Η Ακρόπολη

Οι θεσμοί για την προφύλαξη της Δημοκρατίας

Η αθηναϊκή δημοκρατία σφυρηλατήθηκε πάνω στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας. Η Εκκλησία του Δήμου και τα λαϊκά δικαστήρια είχαν την απόλυτη εξουσία, γι’ αυτό και οι πρυτάνεις ήταν πολύ προσεχτικοί ως προς το περιεχόμενο των προβουλευμάτων που κατέθεταν. Όταν διαπιστώνονταν δόλιες προθέσεις, οι ποινές ήταν ιδιαιτέρως αυστηρές (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 29.4). Υπήρχαν τρεις τρόποι ώστε να αποτραπεί η συζήτηση/ψήφιση κακόβουλων προτάσεων.

α) η γραφή παράνομον

Κάθε πολίτης μπορούσε να ενεργοποιήσει αυτή τη διαδικασία και να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ενός προβουλεύματος. Ο πολίτης που διατύπωνε αυτή την κατηγορία, παρουσιαζόταν ενώπιον 1.000 δικαστών, υπό την προεδρία των θεσμοθετών, μαζί με τον εισηγητή του προβουλεύματος. Μια καταδικαστική απόφαση (με πλειοψηφία) μπορούσε να επιφέρει για τον εισηγητή από ένα εξοντωτικό πρόστιμο μέχρι και τη θανατική ποινή. Σε αντίθετη περίπτωση, αν ο κατήγορος δεν κατάφερνε να πείσει το 1/5 των δικαστών για τη βασιμότητα των ισχυρισμών του, τότε ήταν σε εκείνον που επιβαλλόταν πρόστιμο, και του αφαιρούταν το δικαίωμα να ενεργοποιήσει εκ νέου τη διαδικασία.

β) η εισαγγελία

Ήταν μια μορφή παραπομπής για όποιον υπήρχε η υπόνοια ότι σκοπεύει να υποθάλψει τη δημοκρατία, να προδώσει την πόλη ή ότι χρηματίζεται για να παραπλανήσει τους πολίτες. Αυτή η διαδικασία θεσμοθετήθηκε από τον Σόλωνα και ήταν στη δικαιοδοσία του Άρειου Πάγου. Ο Κλεισθένης πρόσθεσε την Εκκλησία του Δήμου ως αρμόδια να εξετάζει το αίτημα για παραπομπή ή μη του κατηγορουμένου, ενώ ο Εφιάλτης επέβαλε την απευθείας εκδίκαση από την Εκκλησία του Δήμου ή την ένταξη της κατηγορίας σε προβούλευμα από τη Βουλή των 500.

γ) η προβολή

Ο οποιοσδήποτε μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι ενέργειες ενός πολίτη αντιβαίνουν στα συμφέροντα της πόλης-κράτους, και να τον εξαναγκάσει να προσέλθει σε εξέταση ενώπιον των εκκλησιαστών. Αφού ολοκληρωνόταν η ακροαματική διαδικασία και παρουσίαζαν τις θέσεις τους κατήγορος και κατηγορούμενος, στη συνέχεια η Εκκλησία του Δήμου αποφάσιζε την παραπομπή ή μη της υπόθεσης σε λαϊκό δικαστήριο.

Αφήστε μια απάντηση

Please enter your comment!
Please enter your name here